Τα στοιχεία που μας ενδιαφέρουν είναι: 1.Τίτλος του έργου 2.Συντελεστές (ηθοποιοί που έπαιξαν στο ραδιόφωνο, σκηνοθέτες κλπ) 3.Υπόθεση 4.Κάτι άλλο που εσείς θα μας προτείνετε


Διευκρινίζουμε ότι δεν θα υπάρχουν σύνδεσμοι (links) για τα έργα αυτά τα οποία όποιος θέλει μπορεί να τα προμηθευτεί από τα σημεία διάθεση της Ραδιοτηλεόρασης. ......................................... Επιστροφή στο Radio Theatre



Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΑΤΣΑΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΤΣΙΦΟΡΟΥ


Πρόκειται για το έργο του Νίκου Τσιφόρου «ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΑΤΣΑΣ» που πρωτοδημοσιεύτηκε σε αυτοτελή επεισόδια στο περιοδικό«Ταχυδρόμος» από τον Αύγουστο του 1960 έως τον Νοέμβριο του 1961 κι έγινε αμέσως ένα ανάγνωσμα ιδιαίτερα αγαπητό.
«Τα παιδιά της Πιάτσας», από την Τετάρτη 1 Οκτωβρίου έως και τις 31Δεκεμβρίου 2008, θα μας εξιστορούν καθημερινά για τρεις μήνες τις περιπέτειες και τα κατορθώματα τους, από τη συχνότητα του Τρίτου(Αθήνα, 90,9FM Υμηττός, 95,6FM Πάρνηθα, Θεσσαλονίκη 92,00FM) από Δευτέρα έως Παρασκευή στις 12.00 το μεσημέρι.
Η συγκεκριμένη πρόταση εντάσσεται σ' ένα γενικότερο σχέδιο της διεύθυνσης του Τρίτου«Τέσσερις υπέροχες εκδοχές της ελληνικής γλώσσας να ηχήσουν και πάλι στο Τρίτο Πρόγραμμα". Ένα σχέδιο που ξεκίνησε επιτυχώς με την «Πάπισσα Ιωάννα» του Εμμανουήλ Ροΐδη (ανάγνωση Γιώργου Κοροπούλη), συνεχίστηκε με θερμή ανταπόκριση των ακροατών με την Ιλιάδα του Ομήρου σε μετάφραση Αλέξανδρου Πάλλη-Μαλλιαρού και ερμηνεία της μεγάλης μας τραγωδού Ασπασίας Παπαθανασίου, συνεχίζεται τώρα με τα "Παιδιά της Πιάτσας" του Νίκου Τσιφόρου (ανάγνωση Γιάννη Μποσταντζόγλου), για να ακολουθήσουν«Τα Απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη» (ανάγνωση Ευγένιου Σπαθάρη).
Ο ηθοποιός Γιάννης Μποσταντζόγλου, στον ρόλο του αφηγητή, δανείζει τη σέρτικη και μάγκικη φωνή του στους χαρακτηριστικούς τύπους από το παρελθόν που ζητούν να αναβιώσουν στο παρόν του Τρίτου.
Ο Δημήτρης Αρσενόπουλος έντυσε μουσικά με μοναδική μαεστρία και τα 65 αυτοτελή επεισόδια του έργου, χωρίς να εγκλωβιστεί σε μουσικές και όργανα (μπουζούκι, μπαγλαμάς) του μάγκικου και ρεμπέτικου τραγουδιού. Φρεσκάρισε με τις μουσικές επιλογές του «Τα παιδιά της Πιάτσας», χωρίς να προδώσει στο ελάχιστο το ύφος τους.
Η ηχολήπτης Τάσος Μπακασιέτας έκανε την ηχογράφηση της σειράς σε εννέα μήνες (Νοέμβριος 2007 – Ιούλιος 2008) και είναι υπεύθυνος για την τεχνική αρτιότητα που διακρίνει καθένα από τα επεισόδια.
Ο Νίκος Τσιφόρος με «Τα παιδιά της πιάτσας» μας σύστησε έναν κόσμο που,σπρωγμένος στο περιθώριο, δρούσε παράλληλα με τους νομοταγείς πολίτες και συνήθως σε βάρος τους. Η αυθεντικότητα των ηρώων του, αλλά και η γλώσσα κυρίως, που χρησιμοποιούσαν στις μεταξύ τους, παράνομες κατά το πλείστον, συναλλαγές τους, η μάγκικη διάλεκτος δηλαδή, κέρδισαν τη συμπάθεια και το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Ο Νίκος Τσιφόρος σημειώνει,μεταξύ άλλων, στον πρόλογο του βιβλίου του: "Όλοι οι άνθρωποι μιλούν μια γλώσσα ανάλογα με τον κόσμο μέσα στον οποίον κινούνται. Η δική μας γλώσσα της πιάτσας, του υποκόσμου, ακολούθησε αυτό τον γενικό κανόνα.Να δημιουργεί τις λέξεις της από τις ανάγκες της ή από τα χαρακτηριστικά γεγονότα και πράγματα. Ο υπόκοσμος, μια και κινείται έξω από τον νόμο, έχει νόμους δικούς του και έθιμα δικά του. Απαιτεί κι αυτός έναν σεβασμό δικαιωμάτων για τη συνύπαρξή και ακριβώς η κατάκτηση αυτών των δικαιωμάτων, των νόμων του δηλαδή, δημιουργεί τις εσωτερικές του προστριβές που καταλήγουν να στείλουν στη φυλακή τα μέλη του. Η γλώσσα του όμως υπάρχει. Και λυπάμαι αν η σειρά των επεισοδίων που περιγράφει τις αληθινές "ιστορίες" του –τις έζησα μαζί του- δεν γράφτηκε στο στυλ "ο υπόκοσμος ησπάσθη μεθ' αβρότητας τα άκρα των δακτύλων της βαρώνης", αλλά τη δική του αληθινή γλώσσα. Είναι απαραίτητο, ακόμα κι αν ξινίσουν λίγο οι συντηρητικοί. Που επιτέλους δεν θα χάσουν τίποτα, αν την ακούσουν κι αυτή την παράξενη και υπαρκτή ελληνική γλώσσα…"

Διαβάζει ο Γιάννης ΜποσταντζόγλουΜουσικές Στίξεις: Δημήτρης Αρσενόπουλος
Τεχνικός Ήχου: Τάσος Μπακασιέτας
Φωτογραφίες: Άγγελος Μίχας
Παραγωγή: Γιώργος Ευσταθίου

ΠΡΙΝ ΜΠΟΥΜΕ ΣΤΟ ΨΗΤΟ

Πολλές φορές, επίσημα ή ανεπίσημα, δέχομαι μερικά παράπονα αναγνωστών μου. «Γιατί μεταχειρίζομαι μια γλώσσα παρακατιανή» - μερική τη θεωρούνε ακόμα και χυδαία. Κάθε είδος κομματιού έχει το δικό του ύφος το δικό του αέρα και τη δική του γλώσσα. Μ’αυτό θέλω να πω ότι κάθε φορά η γλώσσα ξεκινάει από μια σκοπιμότητα όμως αυτή δεν είναι να «εκχυδαϊστη» η πλούσια σε λεξιλόγιο και εκφράσεις ελληνική γλώσσα, αλλά να δημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα. Συμβαίνει λοιπόν η πρόθεση τούτη να παρεξηγιέται από μερικούς αγκιστρωμένους εις τα θεόσφατα, που παραπονιούνται ότι τους τα χαλάμε. Έτσι, προκειμένου στα «Παιδιά της πιάτσας» να μεταχειριστώ ακριβώς τη γλώσσα της πιάτσας, παραθέτω σαν προκαταβολική συγνώμη τις δικαιολογίες μου και παρακαλώ να μην θιγή κανείς απ'αυτήν. Η πραγματική πρόθεση είναι να δοθή η εικόνα στον χρωματισμό που της ταιριάζει και τίποτα παραπάνω. Κι'ακόμα επειδή η καθαρή γλώσσα της πιάτσας δεν είναι απόλυτα γνωστή σε πολλούς, δίνω εξηγήσεις για το γλωσσάριο* που δεν είναι νοητό.
Ο υπόκοσμος γεννήθηκε στις κοινωνίες από τις βρεφικές της ηλικίες. Ο Κάιν υπήρξε κι’όλας ο πρώτος δολοφόνος. Ο Όμηρος έχει έναν υπόκοσμο περίεργο και υπαρκτό. Οι Αιγύπτιοι, οι Κινέζοι, η Γραφή, οι Ανατολικοί λαοί, μας δίνουνε πολλές εικόνες από τον υπόκοσμό τους, η εξελιγμένη Αθηναϊκή Δημοκρατία το ίδιο, η Ρώμη τον παραθέτει σε υπερβολή. Μέσα στην ιστορία όλων αυτών των λαών, την πραγματική «ιστορία» κι'όχι την ιστορία της βιτρίνας και της αίγλης θα βρει τον υπόκοσμο όποιος ξέρει να διαβάση και θέλει να διαβάση.
Από τη μεταχριστιανική περίοδο κι’ύστερα ο υπόκοσμος δρα σε χίλιες μορφές και με εκατομμύρια εμφανίσεις. Τα αισχρά πρόσωπα των Βυζαντινών, οι πληρωμένοι κακοποιοί των φεουδαρχών, ο παρασιτικός κόσμος των δυνατών, οι επαγγελματίες φονιάδες της γαληνότατης Βενετσιάνικης Δημοκρατίας, οι αράχνες που κινιούνται γύρω από τους Φράγκους και Γερμανούς ηγεμονίσκους, οι πράκτορες της Ιερής Εξέτασης, οι σκοτεινοί τύποι των Ιησουιτών, τα τσιράκια των Ρισελιέ και των γεμάτων αίγλη Λουδοβίκων, οι καταδότες της Γαλλικής Επανάστασης, οι έμπιστοι της Ναπολεόντειας αυτοκρατορίας, οι κατσαπλιάδες και οι ασυνείδητοι που κοντεύανε να βουλιάξουνε την δική μας Επανάσταση, όλος ο κόσμος, από τους ανθρώπους του μεγάλου απελευθερωτή της Νότιας Αμερικής Σιμόν Μπολιβάρ, μέχρι τους επίσημους κουρσάρους της βασίλισσας Ελισάβετ –Ντρέηκ, Μόργκαν κ.λ.π.- και τους χρυσοντυμένους αποικιακούς αξιωματικούς της Βικτωρία, βάσιζε την ύπαρξή του στη δράση του υποκόσμου που κινιέται παρασιτικά, δραστικά και αόριστα γύρω του.
Ρωτάνε καμμιά φορά γιατί υπάρχει υπόκοσμος. Είναι απλό. Γιατί υπάρχει και κόσμος. Η κοινωνία είναι ένα είδος κλίμακας, και οι Ινδοί ακόμα της δίνουνε τα σκαλοπάτια της, στο ψηλότερο τοποθετούνε το βραχμάνο, στο χαμηλότερο τον παρία. Και για να υπάρξη μια κλίμακα ωλοκληρωμένη, χρειάζονται όλα τα σκαλοπάτια, αλλιώς δεν θα ήτανε μια κλίμακα ωλοκλητωμένη, θάτανε τ'απάνω σκαλοπάτια αιωρούμενα.
Κοντά λοιπόν στους λίγους που διακρίνονται στην κοινωνία, τους μεγάλους, τους σοφούς, τους μεγάλους επιστήμονες, τους μεγάλους στρατιωτικούς, τους μεγάλους καλλιτέχνες, τους πλούσιους και τους επιχειρηματίες, υπάρχουνε σα βάση οι μικρότεροι, κοντά σ'αυτούς οι πιο μικροί, κοντά στους πιο μικρούς οι ακόμα πιο μικροί, μέχρι που να φτάσουμε στο τέλειο ξέφτισμα, που αποτελεί ανα’καστικά τον υπόκοσμο και την αρχική αφετηρία της κοινωνικής υπόστασης. Το κοινό μέτρο είναι η ύπαρξη μέσα σε μια «μη διάκριση». Όποιος το ξεπερνάει, ανεβαίνει ένα, δύο, όλα τα σκαλοπάτια και ξεχωρίζει από τους άλλους. Έτσι έχουμε τα λίγο ξεχωριστά μέλη, τα ακόμα λιγώτερο και με αυτήν την κλιμάκωση φτάνουμε σε κείνους που δεν είναι πια ούτε «ασήμαντοι νομοταγείς πολίτες» αλλά πάρα κάτω κι’από την «ανεκτήν ύπαρξη». Στον υπόκοσμο.
Κάθε άνθρωπος ζη, ενεργεί και κινείται ανάλογα με την διανοητική του σφαίρα. Σ’αυτό συντελεί ο χαρακτήρας, τα ψυχικά του συστατικά, τα πνευματικά του συστατικά, ο κύκλος που τον ανέθρεψε, η δουλειά που τον κινεί στην αυτοσυντήρηση, ένα σωρό συντελεστές των ενστίκτων του. Έτσι μπορούμε να συναντήσουμε ακόμα κι'ένα διακεκριμένο μέλος της κοινωνίας, που υποχωρεί στις ενστικτώδεις φωνές και φτάνει ακόμα και σε σημείο να καλλιεργήση ανεξήγητες ή κατάπτυστες διαστροφές. Όταν λοιπόν άνθρωποι με εφόδια, με πνευματικότητα, με προσόντα, με απέραντο πνευματικό κόσμο, φτάνουν σε καταπτώσεις -ωρισμένες στιγμές – γιατί να μην πέσουνε σε κατάπτωση εκείνοι που δεν έχουν αυτά τα προσόντα;
Με τούτο δεν θέλω να δικαιολογήσω τις υποκοσμικές ενέργειες. Όχι. Θελω μόνο να βασίσω την ύπαρξη του υποκόσμου, σαν οργανικού στοιχείου μια αστικής κοινωνίας. Λένε ότι στην κομουνιστική κοινωνία δεν υπάρχει υπόκοσμος. Αυτό δεν οφείλεται στην προπαγάνδα – γιατί είναι αδύνατο μέσα σε εκατομμύρια ανθρώπινων υπάρξεων να βασιλεύη μια ισορροπία – οφείλεται στο ότι ο κουμουνισμός δεν αναγνωρίζει στοιχεία διακρίσεως, επομένως καταργεί την άμιλλα που είναι βασική προϋπόθεση της ανθρώπινης φύσης. Τα παράσημα ή τα ωρισμένα χρηματικά ποσά που δίνει με σκοπιμότητα στα διακρινόμενα μέλη του, δεν τον κάνουν να ποζάρη σαν ιδανική κοινωνία. Γιατί, απλούστατα, δίπλα στον παρασημοφορημένο εργάτη ή διανοούμενο που παίρνει εύκολα εισιτήρια για τα μπαλέτα Μπολσόι, είναι κι’ο σκουπιδιάρης που καθαρίζει το δρόμο της Μόσχας και που σαν κοινωνικό στοιχείο τοποθετείται κάτω από τον παρασημοφορημένο, αποτελεί δηλαδή μιαν αρχή κατώτερης τάξης, άρα αρχή υποκόσμου.
Για να ξαναγυρίσουμε στη γλώσσα. Πώς δημιουργείται μια γλώσσα; Η επιστήμη που ερευνά την υπόθεση, μας καθορίζει ότι τα στοιχεία της πρώτης ανθρώπινης γλώσσας είναι τα σύμφωνα, που ξεκινάνε λίγο παραπάνω από το στομάχι και μεταδίδονται στις φωνητικές χορδές. Η πρώτη φωνή σε σύμφωνα που έβγαλε ο άνθρωπος ήτανε η φωνή που ειδοποιούσε τον διπλανό του να προφυλαχτεί από κάποιον εξωτερικό κίνδυνο. Από την αυτοσυντήρηση λοιπόν ξεκινάει η δημιουργία μιας γλώσσας και σιγά-σιγά αποκτάει τις λέξεις της, που οφείλονται κι’αυτές στην αυτοσυντήρηση. Την εξεύρεση τροφής, την εξεύρεση νερού, όλ’αυτά που βασίζονται στα σύμφωνα – πάρτε τη λέξη ύδωρ, δ — ρ, βάσσερ, β — ρ, κύλημα τους νερού, σανσκριτικές ρίζες των Ελλήνων και των Γερμανών, των Ινδογερμανικών δηλαδή φυλών, που έχουν κοινή καταγωγή κι’αφετηρία τον Ινδό ποταμό, απ’όπου ξεκίνησαν σαν Άριοι να ξεχυθούν στην Ευρώπη. Σιγά-σιγά κάθε γλώσσα, ανάλογα με τις κοινωνικές ανάγκες, με την λαρυγγόφωνη τοποθέτηση, με το κλίμα και τις εξωτερικές συνθήκες, εξελίσσεται και αποκτά τις λέξεις της. Ό,τι υπάρχει κοστολογείται σε λέξη, ό,τι δεν υπάρχει είναι άγνωστο, οι λέξεις που ανταποκρίνονται στην πανανθρώπινη δράση υπάρχουν σε όλες τις γλώσσες, αντίθετα όσες έχουν τοπική τοποθέτηση δεν υπάρχουν στα λεξιλόγια των χωρών που δεν συναντούν το αντίστοιχο αντικείμενο ή την αντίστοιχη ενέργεια. Παράδειγμα: Όλος ο κόσμος πίνει, το ποτό λοιπόν υπάρχει σε όλες τις γλώσσες, αντίθετα η σκωτσέζικη φούστα, το κιλτ, είναι γνωστή σαν κιλτ σε όλες τις γλώσσες και δεν υπάρχει μετάφραση για τη δική μας φουστανέλα. Και μ'όλες τις προσπάθειες να εθνικοποιήσουμε μερικές λέξεις δεν τα καταφέρνουμε. Το ραντάρ είναι ραντάρ σε όλες τις γλώσσες, το τηλέφωνο, τηλέφωνο, ο Χίτλερ που θέλησε να το κάνει «φερνσπρέχερ», θ’απογοητευόταν σήμερα αν άκουγε τους Γερμανούς που το ξαναλένε «τελεφών».
Ο υπόκοσμος είναι φυσικό ν’ακολουθήση τον πανανθρώπινο νόμο. Δημιουργεί λοιπόν κι’αυτός τη γλώσσα του σύμφωνα με τις ανάγκες του. Κι’επειδή ζη κάτω από μια συνεχή καταδίωξη, αφού παραβαίνει τα κοινωνικά δεδομένα, την έννομη τάξη, τους κανόνες της αρμονικής συμβιώσεως, έχει ανάγκη να φυλάγεται, να συνεννοήται και να δρα μέσα σε μια γλώσσα δική του. Έτσι, κάθε υπόκοσμος πάνω στη γη έχει ένα είδος δικής του γλώσσας, που υπάρχει ακριβώς για να προστατεύει και να συντηρήση την ύπαρξη του. Η περίφημη Γαλλική αργκό, η Αμερικανική σλανγκ, η οποιαδήποτε παράλληλη γλώσσα σε κάθε έθνος, αποτελεί ζωτικό στοιχείο του υποκόσμου που υπάρχει.
Επειδή όμως μια γλώσσα δημιουργείται από τις στιγμές, οι λέξεις που μπαίνουνε για να φτιάξουν τη γλώσσα του υποκόσμου, δημιουργούνται κι’αυτές από τις ίδιες στιγμές ανάγκης ή χαρακτηρισμού. Ένα παράδειγμα από τη Γαλλική αργκό: Ο αστυνομικός επίσημα λέγεται «πολισιέ». Η τετρασύλλαβη λέξη δεν έδινε συντομία ειδοποιήσεως ότι έρχεται αστυνομικός, για να προλάβη να φυλαχτεί ο παράνομος. Ήθελε κάτι πολύ πιο σύντομο, κάτι σαν το κλείσιμο και το άνοιγμα του ματιού, αυτή την πονηρή παγκόσμια έκφραση. Ένα «φλικ» όσο ανοιγοκλείνει το μάτι. Και πήρε ακριβώς αυτή την ονομασία: «Φλικ». Κι’ο υπόκοσμος τον ξέρει πια έτσι. «Λε φλικ». Ο αστυνομικός. Από τη στιγμή που ο αστυνομικός έγινε φλικ και το έμαθε, χρειάζεται κάτι άλλο για να προστατεύση μιαν άλλη κατάσταση. Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο οι κοινές γυναίκες των δρόμων κινήθηκαν μέσα στην πάντα μεταπολεμική επερχόμενη παραλυσία ηθών. Αποτέλεσμα ήταν να γεμίσουν νοσήματα και να καταστούν δημόσιος κίνδυνος. Η κοινωνική ανάγκη δημιούργησε μιαν αυστηρή αστυνομία ηθών, που τις κυνηγούσε συστηματικά. Αυτοί οι αστυνομικοί φορούσαν τότε – ήταν καλοκαίρι – ψάθινα καπέλα. Οι γυναίκες για να φυλάξουν ή μια την άλλη – κοινό γνώρισμα της καταδιωκόμενης αγέλης – δεν μπορούσαν να φωνάξουν «φλικ» γιατί οι αστυνομικοί τόξεραν και τις τιμωρούσαν. Βρήκαν λοιπόν μιαν άλλη λέξη που ανταποκρίνεται στο ψάθινο καπέλο: «Λε πάιγ». Οι ψάθες. Κι’από τότε ο αστυνομικός της αστυνομίας ηθών λέγεται πια έτσι: «Πάιγ». Όλοι οι άνθρωποι μιλούν μια γλώσσα ανάλογα με τον κύκλο μέσα στον οποίο κινούνται. Ο Εγγλέζος υπηρέτης ενός λόρδου, τον ειδοποιείς τρίτο πρόσωπο ότι το «μπρέκφαστ του κυρίου είναι έτοιμο», ο δημοκρατικός Αμερικανός στρατιώτης λέει στον αξιωματικό του «γιες σερ», ο αβρός διπλωμάτης φιλεί με κομψές εκφράσεις το χέρι μιας ντάμας, ο καπετάνιος του ιστιοφόρου τα λέει κομμάτι ναυτικά «όρτσα τον πλώριπ», ο κοινός άνθρωπος σταράτα, ο πολιτευόμενος μιλεί στους ψηφοφόρους με μιαν ακαταλαβίστικη καθαρευουσιάνικη που την εκτιμούν ακόμα κι’αν δεν την καταλαβαίνουν απόλυτα, ο δάσκαλος δεν κάνει σολοικισμούς κι’άκουσα έναν βιομήχανο που σήμερα βρίσκεται με λεπτά να λέη ότι το επάγγελμα του είναι πολύ «προσωπιδοφόρο». Δεν ήταν η λέξη του γιατί πολλές φορές οι λέξεις του ενός σκαλοπατιού πηδάνε στο άλλο και χάνουν την έννοιά τους. Κοσμικές δεσποινίδες λένε πολλές φορές «σπάσαμε πλάκα», έκφραση που ξεκίνησε από ένα μάγκα που πάνω στο γλέντι του και το μεθύσι του έσπασε όλες τις πλάκες του γραμμοφώνου που τον διεσκέδαζε και μεταφυτεύτηκε στο Πανελλήνιο περιβόλι και δεν έχουνε απόλυτη επίγνωση του τι λένε, από την άλλη μεριά όμως λένε για την υδροσύριγγα που πίνουνε το χασίς «λουλάς», λέξη αχαρακτήριστη σε κείνους που την μεταχειρίζονται και που την ξέρουν με την λέξη «ναργιλές» - υπάρχουν άλλες πενήντα παράλληλες – αφού λουλάς είναι το επάνω μέρος, η εστία εκεί που μπαίνει ο καπνός με το χασίς και δεν αποτελεί παρά μόνο ένα εξάρτημα του ναργιλέ.
Η δική μας γλώσσα της πιάτσας, του υποκόσμου, ακολούθησε λοιπόν το γενικό νόμο. Να δημιουργή τις λέξεις της από τις ανάγκες της ή από τα χαρακτηριστικά γεγονότα και πράγματα. Κάποτε ένας μάγκας χρειάστηκε ένα παλτό να περάση τον χειμώνα του. Κατάφερε να βρη μια χλαίνη που την έκλεψε ένας φαντάρος της κλίκας του και που τον λέγανε Επαμεινώντα. Ο μάγκας έβαψε τη χλαίνη μπλε για να μην γνωρίζεται, την κόντηνε, γιατί το κοντό παλτό ήτανε τότε μόδα στον κόσμο του και μια και του την έδωσε ένας Επαμεινώντας την βάφτισε «Επαμεινώντα». Η λέξη έμεινε κι'από τότε το παλτό λέγεται «Επαμενινώντας».
Άλλο: το τάλληρο λέγεται «κούτσουρο». Το κατοστάρικο «παππούς». Ο παππούς είναι ένα νόμισμα αξιοσέβαστο, μεγάλο και κατά συνέπειαν σαν παππούς εμπνέει τον σεβασμό. Το κούτσουρο είναι μια μονάδα, ένας αριθμός, μια αφετηρία. Αντιπροσωπεύει «ένα» πακέτο τσιγάρα, «ένα» λιτό γεύμα, μια μονάδα σε δόση χασίς κ.λ.π. Μόνο του λοιπόν δεν είναι παρά «ένα ασήμαντο». Ένα κούτσουρο.
Ανάλογα με τα παραπάνω παραδείγματα δημιουργείται η γλώσσα του υποκόσμου. Κάθε λέξη βέβαια έχει την αφετηρία της, το δικαιολογητικό της, ακόμα και την ιστορία της. Και μ’αυτή την γλώσσα ζη και κινείται ο κόσμος αυτός.
Σαν έπαινό μας πρέπει να ομολογήσουμε ότι εμείς εδώ δεν έχουμε υπόκοσμο επικίνδυνο. Κάποτε δημοσιεύανε τα «Μεγάλα μαχαίρια» τους φονιάδες, τους σκληρούς, τους κακούργους που δράσανε. Η Ελλάδα δεν παρουσίασε πάρα πολύ περιορισμένο αριθμό υποκοσμικών εγκληματιών. Τα περισσότερα εγκλήματα που ξεκινάνε από το «σεξ» δεν οφείλονται στον υπόκοσμο. Να περίπου μια σύντομη περιγραφή του ποιοι είναι οι δικοί μας.
Γύρω από τους είκοσι, τριάντα παλληκαράδες της πιάτσας - σήμερα είναι ζήτημα κι'αν υπάρχουν τόσοι – που αποτελούνε τον πυρήνα και κάνουνε τις μεγάλες δουλειές (λαθρεμπόριο, εκμετάλλευση γυναικών, ύποπτα μαγαζιά, παιχνίδια τυχερά) κινούνται κατά κατηγορίες τα παράσιτά τους, που αρχίζουνε από τους περιφρονημένους κλεφτομπουγαδάδες, τους κλεφτοκοτάδες, και επεκτείνονται στα συναφή στάδια ή αποτελούνε τη σωματοφυλακή, τα παλληκάρια και τους εντολοδόχους των μεγάλων. Συνήθως, όλος αυτός ο κόσμος –εκτός από τους κλέφτες – αποφεύγει να έρθη σ’επαφή και σε σύγκρουση με τους αστούς. Μπορείτε να κυκλοφορησετε στις περιοχές τους με χίλιες λίρες στην τσέπη, κανείς δεν θα σας πειράξη κατά κανόνα. Πριν από τον γκαγκστερισμό κυριαρχεί η πόνηριά. Μπορεί να στα πάρουνε με τον παπά, με το μανιτάρι, με το παιχνίδι, δεν θα στα πάρουν όμως με το πιστόλι και όσες φορές γίνονται τίποτα «χολντ απς» σε βενζινάδικα, σε σωφέρ κ.λ.π. γίνονται από ατζαμήδες που δεν ανήκουν στην κλίκα. Παιδαρέλια που επηρεάζονται από τα φιλμ, ανόητα κι’απερίσκεπτα παλιόπαιδα, ποτέ όμως άνθρωποι του υπόκοσμου με οντότητα.
Ο υπόκοσμος μια και κινείται έξω από το νόμο έχει νόμους δικούς του κι’έθιμα δικά του. Απαιτεί κι’αυτός έναν αλληλοσεβασμό δικαιωμάτων για την συνύπαρξη και ακριβώς η καταπάτηση αυτών των δικαιωμάτων, των νόμων του δηλαδή, δημιουργεί τις εσωτερικές του προστριβές που καταλήγουν να στείλουν στη φυλακή τα μέλη του. Η γλώσσα του όμως υπάρχει. Και λυπάμαι που η σειρά των κομματιών που περιγράφει τις «αληθινές» ιστορίες του – τις έζησα μαζί του – δεν θα γράφεται στο στυλ «ο υποκόμης ησπάσθη μεθ’αβρότητος τα άκρα των δακτύλων της βαρώνης», αλλά θα γράφεται στη δική του την αληθινή γλώσσα. Είναι απαραίτητο, ακόμα κι’αν ξυνίσουν λίγο οι συντηρητικοί. Που επί τέλους δεν θα χάσουν τίποτα, αν την ακούσουν κι’αυτήν την παράξενη και υπαρκτή Ελληνική γλώσσα...

Nίκος Τσιφόρος, 1965
Τα παιδιά της πιάτσας εκδ. Ταχυδρόμου